Θέλω τόσα πολλά πράγματα να πω για ότι έγινε σήμερα στο κέντρο της Αθήνας, που έρχονται όλες οι λέξεις και μπουκώνουν στο λαιμό και δεν μπορούν να βγουν. Μαζί με την ανακατοσούρα που νιώθει το στομάχι μου από τα χημικά που έφαγα έχω και μία γεύση αηδίας από αυτά που είδα.
Ναι, που λες μου είπαν να γράψω μία άποψη (περισσότερο να τα βγάλω από μέσα μου μπας και κοιμηθώ το βράδυ) περί όλου αυτού του μπάχαλου και σκέφτηκα ότι καλό θα ήταν να το ζήσω, αντί να εκφραστώ βολεμένη από τον καναπέ μου και βλέποντας ό,τι συμβαίνει στην τιβί. Ψέμματα δεν θέλω να πω, μου πέρασε από το μυαλό η σκέψη “και τι να πάω να κάνω, μία από τα ίδια θα γίνεται πάλι” – αλλά μου έφυγε όπως μου ‘ρθε. Στα γρήγορα.
Πήρα backpack, κάμερα, μαντίλι και μωρομάντηλα και κατέβηκα λοιπόν. Και όντως μία από τα ίδια γινόταν πάλι.
Μονάχα που αυτή τη φορά με πήραν τα κλάμματα. Όχι μόνο από τα δακρυγόνα. Η Αθήνα ριμαδιασμένη, έμοιαζε με γιαγιά συνταξιούχα που την έχουν μπουζουριάσει δύο μαντραχαλάδες και την έχουν σαπίσει στο ξύλο για να της πάρουν την τσάντα με τη σύνταξή της μέσα.
Σπασμένα τζάμια παντού, σκουπιδοντενεκέδες και ζαρτινιέρες στη μέση του δρόμου. Ξεριζωμένες γλάστρες, κομματιασμένα μάρμαρα και σκουπίδια. Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα. Σαν σε σκηνικό από το Mad Max ή το The Road (διάλεξε και πάρε). Και κάπου πιο πέρα κάδοι σκουπιδιών να καίγονται, άνθρωποι βαμμένοι με μαλόξ να τρέχουν, γέροι να πιάνουν την καρδιά τους, ματατζήδες να κοιτάνε, “παλικάρια” της ομάδας Δίας να κάνουν επίδειξη δυνάμης με τα γκλομπ και μία – δύο χούφτες μπαχαλάκηδες να τα σπάνε.
Με κασόνια να μαζεύουν τα θρύψαλα από τα μάρμαρα που τσάκισαν για να τα ρίξουν στους αιώνιους αντιπάλους τους. Λες και έχουμε ντέρμπι
και πρέπει να υπερασπίσουν την παράγκα τους.
Μέσα φυσικά σε όλο αυτό να σου και η σουρεάλ εικόνα ανθρώπων καθισμένων σε καρέκλες να χαζεύουν τι συμβαίνει.
Αλήθεια, δεν ξέρω τι να πω. Είμαι αηδιασμένη.
Δεν με νοιάζει αν αυτοί που γκρεμίζουν ότι αγαπώ είναι υποκινούμενοι ή απλά ανεγκέφαλοι. Δεν με νοιάζει αν είναι αναρχικοί, αντιεξουσιαστές, γνωστοί άγνωστοι. Για μένα είναι κάφροι. Και αυτό που γίνεται δεν είναι αντίδραση. Είναι εμφύλιος και καφρίλα.
Μισούμε ο ένας τον άλλον – γιατί μπορούμε. Το έχουμε στο αίμα μας. Και μην μου πει κανείς για το Μεσοπρόθεσμο, γιατί η κοντή η εικοσάχρονη που είδα με την κοιλιά έξω και τη μαύρη ρίζα στο μαλλί που πέταγε πέτρες και τα μίνι χουλιγκάνια που ούτε το “και” δεν μπορούν να αρθρώσουν, όχι Μεσοπρόθεσμο δεν ξέρουν τι σημαίνει, αλλά ούτε που πάει το ένα (για τα τρία δεν το συζητώ). Το ίδιο φυσικά ισχύει και για αυτούς που πετάνε τα δακρυγόνα μέσα στο μετρό και σε καφετέριες ή που με τα γκλομπ τους περνάνε και σου ρίχνουν μία στο κεφάλι έτσι γιατί μπορούν και αυτοί.
Αυτοί όμως είμαστε σαν λαος. Σιχαμένοι και απαίδευτοι.
Κάτσε τώρα εσύ μέσε Έλληνα στο σπιτάκι σου να βλέπεις την πόλη σου να καίγεται, πιες και την μπυρίτσα σου και κανόνισε και τις διακοπές σου, γιατί ως γνωστόν τα μπάνια του δεν τα χάνει ο λαός